Η Maria, η πολυαναμενόμενη βιογραφική ταινία του Pablo Larraín, αποτελεί μία αναφορά στη ζωή και το τέλος της σπουδαίας υψιφώνου Μαρίας Κάλλας και ολοκληρώνει την τριλογία βιογραφιών του συγκεκριμένου σκηνοθέτη, η οποία είναι αφιερωμένη σε σημαντικές γυναίκες του 20ου αιώνα. Η τριλογία συμπληρώνεται από τις ταινίες που προηγήθηκαν και συγκεκριμένα τις: Jackie (2016) με την Natalie Portman και Spencer (2021) με την Kristen Stewart.
Όπως και στις προηγούμενες δύο ταινίες, έτσι και σε αυτή, το σενάριο δεν εστιάζει συνολικά στη ζωή του κεντρικού προσώπου, αλλά σε μία συγκεκριμένη περίοδο. Η Maria παρακολουθεί την τελευταία εβδομάδα ζωής της Κάλλας στο Παρίσι της δεκαετίας του ’70, ώσπου οδηγείται τελικά στον θάνατό της.
Ειδικότερα, η Κάλλας βρίσκεται απομονωμένη στο πολυτελές διαμέρισμά της στο Παρίσι, με μόνη της συντροφιά τον σοφέρ και βοηθό της, Ferruccio και την οικονόμο της, Bruna. Μετά τον θάνατο του Ωνάση, το σώμα, το πνεύμα και η φωνή της βρίσκονται σε διαρκή εξασθένηση, με την ίδια να έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα της στη ζωή και να μην κάνει τίποτα για να βοηθήσει τον εαυτό της.

Το σενάριο τοποθετεί την Κάλλας σε έναν κόσμο παραισθήσεων λόγω της κατάχρησης ηρεμιστικών χαπιών. Η ίδια, μάλιστα, φαντάζεται έναν δημοσιογράφο με τον οποίο συνομιλεί και αφηγείται τη ζωή της καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας. Οι καταχρήσεις έχουν αρχίσει να επηρεάζουν τα ζωτικά της όργανα, αλλά εκείνη αγνοεί τις οδηγίες του γιατρού της και παραμελεί την υγεία της ακόμα περισσότερο με το να μην τρέφεται σωστά, με αποτέλεσμα να χάνει συνεχώς βάρος. Ακόμη, συναντά συστηματικά έναν μαέστρο για να κάνει πρόβες, παρόλο που το σώμα της καταπονείται φρικτά και η ίδια συνειδητοποιεί πως η φωνή της δεν έχει πια τις ίδιες δυνατότητες.
Δύο είναι οι χαρακτήρες που, σύμφωνα με την ταινία, στιγμάτισαν περισσότερο τη ζωή της Κάλλας και κάνουν πολλές φορές την εμφάνισή τους στην ταινία. Από την μία, η μητέρα της: η αυστηρή μητέρα που δεν την αποδέχτηκε ποτέ, την εκμεταλλεύτηκε και το τραύμα αυτό δεν ξεπεράστηκε ποτέ. Από την άλλη, ο Ωνάσης, κατά πάσα πιθανότητα ο έρωτας της ζωής της, που δεν την άφηνε να τραγουδά, δεν έγινε ποτέ ολοκληρωτικά δικός της και εκείνη βρίσκεται ακόμα να μην μπορεί να διαχειριστεί πλήρως την απώλειά του. Βέβαια, ο χαρακτήρας του Ωνάση δεν είναι από τα αγαπημένα μου σημεία στην ταινία, αφού παρουσιάζεται υπερβολικά άξεστος και κινείται στα όρια της καρικατούρας.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι, όπως και οι προηγούμενες δύο ταινίες, έτσι και αυτή δεν αποτελεί μία πιστή βιογραφική αναπαράσταση της ζωής της Κάλλας, αλλά μία σύμπτυξη βιογραφικών και φανταστικών στοιχείων. Η σκηνογραφία είναι εκπληκτική δίνοντας πανέμορφες εικόνες του Παρισιού σε χρώματα που συνάδουν με την μελαγχολική διάθεση της ταινίας Ωστόσο, το σενάριο, σε πολλά του σημεία, θυμίζει μία ασταμάτητη βαβούρα που δεν καταλήγει πουθενά και δεν προσδίδει ένταση σε τίποτα. Η ταινία διαρκεί περισσότερο από δύο ώρες, αλλά σε πολλά σημεία της κουράζει, με την περιφορά στα μονοπάτια του Παρισιού και του μυαλού της Κάλλας να είναι ιδιαίτερα μονότονα.

Η ταινία επρόκειτο να αποτελέσει την πολυαναμενόμενη κινηματογραφική επιστροφή της Angelina Jolie, αφού απείχε για χρόνια από τα κινηματογραφικά πράγματα. Μάλιστα, η ηθοποιός παρακολούθησε μαθήματα όπερας για επτά μήνες, προκειμένου να ανταποκριθεί στις μουσικές σκηνές της ταινίας και αυτά, σε συνδυασμό με τα εντατικά γυρίσματα, αποτέλεσαν τρόπον τινά ένα είδος ψυχοθεραπείας για την ηθοποιό, όπως παραδέχτηκε η ίδια σε συνέντευξή της.
Υπάρχει ο ισχυρισμός πως τραγουδά η ίδια στις σκηνές της ταινίας, κάτι που δεν καθίσταται με βεβαιότητα σαφές ανάμεσα στις ιστορικές ηχογραφήσεις της Κάλλας και τις ανύπαρκτες αναπνοές της ηθοποιού. Κι ενώ η ερμηνεία της Jolie είναι κάτι περισσότερο από αξιοπρεπής, δεν φαίνεται τελικά να ξεφεύγει απόλυτα από τον εαυτό της για να αγγίξει την πραγματική ντίβα της ταινίας με την οθόνη να φωτίζεται αληθινά μόνο στο τέλος, όταν η πραγματική Μαρία Κάλλας κλείνει το μάτι στον θεατή.
Αν θέλετε να υποστηρίξετε το artville, μπορείτε να κάνετε εγγραφή με το e-mail σας για να μαθαίνετε όλα τα τελευταία νέα!