Σκέψεις πάνω στο «Όσο μπορείς» του Καβάφη

ξ

Όσο μπορείς

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,

μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πηαίνοντάς την,

γυρίζοντας συχνά κ’ εκθέτοντάς την

στων σχέσεων και των συναναστροφών

την καθημερινήν ανοησία,

ώς που να γίνει σα μια ξένη φορτική.

 

Το Όσο μπορείς είναι ένα από τα γνωστότερα ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη κι είμαι σίγουρη πως οι περισσότεροι το έχουν συναντήσει ήδη από τα μαθητικά τους χρόνια. Δε θα ήθελα να καταπιαστώ με αυτό «φιλολογικά» εξετάζοντας, λόγου χάριν, τα γλωσσικά χαρακτηριστικά, τις εικόνες που δημιουργεί και την απεύθυνση σε β’ ενικό πρόσωπο με όλα εκείνα στα οποία παραπέμπει.  Θα ήθελα περισσότερο να σταθώ στις σκέψεις που μου προκαλεί η ανάγνωση του συγκεκριμένου ποιήματος και το τρόπο με τον οποίο συνδέεται το νόημα του με τα χαρακτηριστικά της σημερινής κοινωνικής πραγματικότητας, ορμώμενη από το σχετικό κεφάλαιο των Προβληματισμών (Καργάκος : 1999[1]) που αποτελεί και την έμπνευση για το παρόν κείμενο και στο οποίο ο διακεκριμένος φιλόλογος εκθέτει με εύστοχο τρόπο τους συλλογισμούς του επάνω στο καβαφικό στοχασμό.

Ο ποιητής με ευδιάκριτη φιλοσοφική και παραινετική διάθεση προσπαθεί να προστατεύσει τους ανθρώπους από τον ευτελισμό της ζωής τους στρέφοντάς τους σε έναν καλύτερο κόσμο: έναν κόσμο αρετής, συνειδητοποίησης, αξιών και ιδανικών. Ο Καβάφης συνέγραψε το εν λόγω ποίημα το 1913, σε ηλικία 50 ετών και συνεπώς μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε πως ο ποιητής διέθετε την ωριμότητα να γνωρίζει τις επιπτώσεις που ενέχει για τον άνθρωπο η τήρηση μιας στάσης που δεν οδηγεί πουθενά, δε διδάσκει τίποτα και μια ζωή που σπαταλιέται και αναλώνεται σε ανούσια πράγματα.

Οι άνθρωποι, ιδιαιτέρως όταν βρίσκονται σε νεαρή ηλικία, κάνουν όνειρα για το τρόπο που θέλουν να ζήσουν τη ζωή τους και αυτό, βεβαίως, είναι απολύτως λογικό και διόλου κακό.  Για τους περισσότερους το ευ ζην έχει μεγάλη σημασία, παρόλο που η σημασία του έχει αλλοιωθεί στο πέρασμα των χρόνων. Για τους αρχαίους Έλληνες, το ευ ζην (η τέχνη του να ζει κανείς καλά) αποτελούσε το ύψιστο αγαθό και σήμαινε την καλή ψυχική και σωματική υγεία που θα οδηγούσε στην επίτευξη της ανθρώπινης ευτυχίας με την έννοια της ευδαιμονίας. Είναι, εξάλλου, αρκετά γνωστό πως ο Μέγας Αλέξανδρος είχε πει ότι στους γονείς του όφειλε το ζην, αλλά στο σπουδαίο δάσκαλο του, τον Αριστοτέλη, όφειλε το ευ ζην. Στις μέρες μας και σε πολλές περιπτώσεις, η έννοια έχει ευτελιστεί, καθώς οι περισσότεροι άνθρωποι συνδέουν στενά το ευ ζην με τα υλικά αγαθά. Έτσι, τα ανθρώπινα όνειρα έχουν πλέον συρρικνωθεί και χωράνε σε ακριβά αμάξια πολλών ίππων, πολυτελή σπίτια και διάφορες ανέσεις που είναι, ως επί το πλείστον, περιττές. Υπάρχουν βέβαια κι εκείνοι των οποίων τα όνειρα δεν είναι τόσο ανούσια κι ελπίζουν απλώς στην καλή υγεία, την ήρεμη οικογενειακή ζωή και την οικονομική αξιοπρέπεια.

Ωστόσο, όπως και να’χει κι ό,τι κι αν ονειρεύεται ο καθένας, στη ζωή τα πράγματα σπανίως έρχονται έτσι όπως τα περιμένουμε. Κι εκεί είναι που ο ποιητής μας προειδοποιεί να μην πέσουμε στην παγίδα: να μην αφήσουμε, δηλαδή, τη διάψευση και την απογοήτευση να μας καταβάλουν οδηγώντας τη ζωή μας σε λάθος δρόμο. Να μη γίνουμε, από άνθρωποι, ανθρωπάκια. Να μη θυσιάσουμε, ακόμη, τα ιδανικά και τους στόχους μας στο βωμό της ευκολίας, των ανέσεων και της επίπλαστης ευτυχίας.

Ο άνθρωπος, όπως γνωρίζουμε, είναι ον φύσει κοινωνικό και πολιτικό. Ας προσαρμόσουμε τώρα τη φράση αυτή στα σημερινά δεδομένα. Ζούμε κι ενεργούμε στο πλαίσιο της κοινωνίας και φυσικά δεν είμαστε ανεξάρτητοι από αυτή. Η κοινωνία ή, αν προτιμάτε, ο κοινωνικός περίγυρος ασκεί αναπόφευκτα επίδραση πάνω μας. Το δυσάρεστο είναι πως δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι η κοινωνία στην οποία ζούμε διέπεται από λογικούς κανόνες και ενεργεί βάσει αυτών. Για τον Αντρέ Μπρετόν[2], το Μεξικό ήταν η πιο σουρεαλιστική χώρα του κόσμου, αλλά κι εμείς, οι Έλληνες του 2000, δεν πάμε πίσω.

Είναι, νομίζω, πλέον ξεκάθαρο πως τριγύρω μας επικρατούν ο αποπροσανατολισμός, η ημιμάθεια, η αεργία, η μικροπρέπεια και τα μπαλώματα. Οι περισσότεροι θέλουν να αποκομίσουν κάτι (χρήματα, αναγνωρισιμότητα, ευζωία) αλλά δίχως να κοπιάσουν γι’αυτό. Όταν χαλάει κάτι, δεν το επιδιορθώνουμε· επινοούμε μια λύση του ποδαριού και πηγαίνουμε παρακάτω. Εκτονώνουμε τα απωθημένα, τη ζήλεια και τα αδιέξοδά μας μέσα από μακροσκελή κείμενα που φέρουν το ύφος δριμύτατων ‘’κατηγορώ’’ σε διαδικτυακές κοινωνικές πλατφόρμες. Τρέφουμε την αποχαύνωσή μας ξοδεύοντας χρόνο και φαιά ουσία στις ζωές των άλλων, ‘’διασήμων’’ και μη. Αναζητούμε τα κακώς κείμενα της δικής τους ύπαρξης ώστε να αισθανθούμε καλύτερα για τη δική μας μιζέρια.  Την ίδια ώρα δειλιάζουμε και σερνόμαστε όμοιοι με σκουλήκια – που ούτως ή άλλως δε θα γνωρίσουν ποτέ τη χαρά ή την ελευθερία του πετάγματος. Δεν εγκαταλείπουμε τη βόλεψή μας ούτε για να διεκδικήσουμε πράγματα δεδομένα – που έπαψαν πια από καιρό να θεωρούνται τέτοια.

Κι όταν τίθεται χειροπιαστό το ζήτημα της διεκδίκησης, εμείς στεκόμαστε άπραγοι και χαμένοι, γιατί δε γνωρίζουμε τι ακριβώς να διεκδικήσουμε, για ποιον λόγο και για ποιον. Είμαστε μετέωροι στην ίδια μας τη ζωή γιατί δεν πιστεύουμε στον εαυτό μας, τους άλλους και τη χώρα μας. Δεν πορευόμαστε βάσει αξιών κι ιδανικών διότι έχουμε μάθει να επιζητούμε τις εύκολες λύσεις κι ό,τι είναι καλύτερο για το προσωπικό μας συμφέρον. Αγνοούμε την πολιτιστική και πολιτική μας ιστορία, την καταγωγή και την ιστορία της γλώσσας μας και δεν έχουμε αρκετά εφόδια, προκειμένου να χτίσουμε τον κόσμο τον οποίο ονειρευόμαστε και στον οποίο θέλουμε (ή, τουλάχιστον, θέλαμε κάποτε) να πορευτούμε.

Έρχεται μια μέρα που ξυπνάμε και δεν αναγνωρίζουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη. Κι όμως, είμαστε εμείς οι ίδιοι, με ψυχή φθαρμένη απ’ όλα αυτά που ξεπουλήσαμε κι απ’όλα εκείνα που δε διεκδικήσαμε. Φτάνουμε να μην αντέχουμε τους εαυτούς μας και η συνείδησή μας –ή ό,τι έμεινε απ’αυτήν- αναζητεί εναγωνίως κάποια διέξοδο. Και η πραγματικότητα, η μη ρεαλιστική, γίνεται τελικά νατουραλιστική με τον άνθρωπο να γυρνά αργά, αλλά σταδιακά, στην πρωτόγονη κατάστασή του: εκείνη του κτήνους, όπου η ελεύθερη βούληση, η συνείδηση και ο ρασιοναλισμός δεν έχουν θέση.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,

τι πόθους και τι πάθος

πήραμε τη ζωή μας· λάθος!

κι αλλάξαμε ζωή.[3]

 

Η παραπάνω στροφή από την Άρνηση του Σεφέρη, ένα άλλο πολύ γνωστό ποίημα, είναι επίσης αρκετά ενδεικτική όσων τίθενται εδώ – και παρά το γεγονός πως πολλοί παραλείπουν την άνω τελεία που προσδίδει ένα αλλιώτικο νόημα στο τετράστιχο από το ευρέως διαδεδομένο.

Κι αλλάξαμε ζωή.

Πόσο απλό είναι ωστόσο για κάποιον ν’αλλάξει ζωή; Να εγκαταλείψει παγιωμένες αντιλήψεις και τη στρεβλωμένη κοσμοθεωρία που κατασκεύαζε μιαν ολόκληρη ζωή για ν’αναζητήσει την προσωπική του αλήθεια και να φθάσει, εν τέλει, στην κατάκτηση της προσωπικής του ευτυχίας; Μα, κανείς δεν είπε πως είναι εύκολο κι όλα αυτά που αξίζουν πραγματικά κατακτώνται με κόπο κι αγώνες. Κι είναι δύσκολοι καιροί, γι’αυτό είναι ώρα να σταματήσουν τα ανόητα γέλια, οι άσκοπες φλυαρίες και να σταθούμε όρθιοι για να υπερασπιστούμε το τελευταίο τείχος που θα προσπαθήσουν να γκρεμίσουν: αυτό του μυαλού και της ουσίας μας.

Κι όσο μπορούμε, να μάθουμε ποιοι είμαστε. Ν’αποφασίσουμε πως θέλουμε να ζήσουμε.

Κι όσο μπορούμε, να μην εξευτελιστούμε.

Όχι άλλο.

[1] Καργάκος Σ. Ι., Προβληματισμοί. Ένας διάλογος με τους νέους, Γ’ τόμος, Αθήνα: Gutenberg, 1989

[2] André Breton (1896-1966), Γάλλος συγγραφέας. Ο θεμελιωτής του υπερρεαλιστικού κινήματος.

[3] Σεφέρης Γ., Άρνηση, Ποιήματα, Αθήνα: Ίκαρος, 1972

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s